Αξιολογηση του Πιστωτικου Ρισκου

Posted by Δημήτρης Τιμοθεάτος on Τρίτη, Φεβρουαρίου 11, 2014 with No comments
Γράφει ο Διαμαντής Τατάνης

Κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα εμπεριέχει τον κίνδυνο, δηλαδή το ρίσκο. Στην οικονομική θεωρία η σχέση του ρίσκου και των κερδών είναι ανάλογη. Με άλλα λόγια,
μεγάλα περιθώρια κέρδους συνοδεύονται από υψηλό ρίσκο. Η συγκεκριμένη αρχή ισχύει στις περισσότερες δραστηριότητες της καθημερινότητάς μας. Είναι επομένως χρήσιμο να μετρήσουμε τον κίνδυνο και αφού τον προσδιορίσουμε ποσοτικά, να αξιολογήσουμε αν αυτό που προβλέψαμε ότι θα χάσουμε ήταν τελικά αυτό που πραγματικά χάσαμε.

Τα τελευταία χρόνια η παραδοσιακή έννοια του Credit αρχίζει να φθίνει, αφού η είσπραξη των απαιτήσεων δεν αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει το απαραίτητο cash flow που χρειάζεται ένα υγιής και μεσοπρόθεσμος οικονομικός προγραμματισμός κάθε επιχείρησης. Ουσιαστικά το Credit προσαρμόστηκε βίαια σε αυτό που ονομάζουμε Κίνδυνο – Ρίσκο.
Εκείνο που έχει σήμερα μεγαλύτερη σημασία είναι να δούμε πως η πίστωση οδηγεί στην αξιολόγηση του ρίσκου. Το πιο κρίσιμο σημείο σε κάθε ανάλογη διαδικασία είναι η κατάταξη του κάθε πελάτη σε μια δεξαμενή ρίσκου. Στόχος της διαδικασίας είναι η μεταβολή του πελατολογίου ώστε να ελαχιστοποιούμε συνεχώς το ρίσκο. Επομένως η κατάταξη των πελατών σε ομάδες ρίσκου γίνεται για ένα και μοναδικό σκοπό: να ξέρω τι θα χάσω (Probability of Default), ώστε να μπορώ να διαχειριστώ τις απώλειες και να αποφασίσω τα επόμενα βήματα.

Η διαχείριση των απωλειών (expected losses) απαιτεί δύο βασικές μεταβλητές: 1) να γνωρίζουμε το ρίσκο και 2) το μικτό κέρδος του κάθε πελάτη, ώστε να είμαστε σε θέση να αποφασίσουμε αν θα συνεχίσουμε τη συνεργασία ή θα πρέπει να σταματήσουμε. Στην περίπτωση όπου οι απώλειες υπερβαίνουν το μικτό κέρδος τότε ο κανόνας “stop losses” μάλλον αποτελεί μονόδρομο. Αν ο δείκτης που προκύπτει από τις παραπάνω μεταβλητές (ρίσκο / μεικτό κέρδος) είναι μεγαλύτερος από τη μονάδα, τότε σε συνδυασμό με την κλίμακα πιστωτικού ρίσκου πρέπει να μειώσουμε το Exposure (συνολικό άνοιγμα).

Πριν όμως φτάσουμε στο έσχατο σημείο, δηλαδή στη διακοπή της συνεργασίας με τον πελάτη, θα πρέπει να έχουμε μεγιστοποιήσει τις εξασφαλίσεις ώστε το Net Exposure να είναι το μικρότερο δυνατό. Το Net Exposure αποτελεί το άνοιγμα του κάθε πελάτη μετά από την αφαίρεση των εξασφαλίσεων. Οι εξασφαλίσεις που μπορούμε να έχουμε από τους πελάτες μας διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: 1) εγγυήσεις όπως π.χ. εγγυητικές επιστολές, προκαταβολές, προσημειώσεις κλπ και 2) καλύψεις όπως π.χ. επιταγές. Οι εγγυήσεις είναι σαφώς προτιμότερες από τις καλύψεις, αφού το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η αμεσότητα ρευστοποίησης.

Πως όμως μπορούμε να ελέγξουμε αν η κατάταξη των πελατών σε ομάδες ρίσκου και η κλίμακα που έχουμε δημιουργήσει, δουλεύουν και μας βοηθούν στην ελαχιστοποίηση του ρίσκου και των απωλειών; Στο τέλος κάθε έτους μπορούμε να συγκρίνουμε τις απώλειες - Expected Loss Limit που είχαμε εκτιμήσει με τα Bad Debts που τελικά «γράψαμε». Αν για παράδειγμα είχαμε εκτιμήσει ότι θα χάσουμε ένα εκ. ευρώ και τελικά χάσαμε δύο εκ. ευρώ, τότε είναι προφανές ότι θα πρέπει να αναθεωρήσουμε τόσο τα πιστωτικά όρια των πελατών όσο και την κλίμακα ρίσκου. Σε κάθε περίπτωση, για να έχουμε περισσότερες πιθανότητες ελαχιστοποίησης του ρίσκου, η διαδικασία του risk rating θα πρέπει να γίνεται ανά κανάλι.


Διαμαντής Τατάνης
Categories: ,